titulado
Pronunciation
/tˌitulˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "titulado"στα ισπανικά

01

ειδικευμένος

que posee un título académico o profesional que lo acredita para una actividad 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
titulado
αρσενικό πληθυντικό
titulados
θηλυκό ενικό
titulada
θηλυκό πληθυντικό
tituladas
θεματικό πεδίο
educación, profesión
Παραδείγματα
Es un médico titulado con muchos años de experiencia. 

Είναι πτυχιούχος γιατρός με πολλά χρόνια εμπειρίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store