Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
titulado
01
ειδικευμένος
que posee un título académico o profesional que lo acredita para una actividad
Παραδείγματα
El centro contrata personal titulado.
Το κέντρο προσλαμβάνει ειδικευμένο προσωπικό.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ειδικευμένος