gerencial
Pronunciation
/xˌɛɾɛnθjˈal/

Ορισμός και σημασία του "gerencial"στα ισπανικά

01

διευθυντικός, διοικητικός

relativo a la gestión o dirección de una organización o empresa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
gerencial
αρσενικό πληθυντικό
gerenciales
θηλυκό ενικό
gerencial
θηλυκό πληθυντικό
gerenciales
Παραδείγματα
Tomó decisiones gerenciales importantes.
Πήρε σημαντικές διοικητικές αποφάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store