Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gerencial
01
διευθυντικός, διοικητικός
relativo a la gestión o dirección de una organización o empresa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
gerencial
αρσενικό πληθυντικό
gerenciales
θηλυκό ενικό
gerencial
θηλυκό πληθυντικό
gerenciales
Παραδείγματα
Tomó decisiones gerenciales importantes.
Πήρε σημαντικές διοικητικές αποφάσεις.



























