Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
la precariedad laboral
/pɾˌekaɾjeðˈad lˌaβɔɾˈal/
La precariedad laboral
01
επισφάλεια εργασίας
situación laboral caracterizada por inestabilidad, bajos salarios o falta de derechos
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La precariedad laboral dificulta la planificación del futuro.
Η εργασιακή ανασφάλεια δυσκολεύει τον προγραμματισμό του μέλλοντος.



























