Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
narcotizante
01
ναρκωτικό, υπνωτικό
que produce adormecimiento, sedación o disminución de la sensibilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas narcotizante
συγκριτικός βαθμός
mas narcotizante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
narcotizante
αρσενικό πληθυντικό
narcotizantes
θηλυκό ενικό
narcotizante
θηλυκό πληθυντικό
narcotizantes
Παραδείγματα
El compuesto narcotizante reduce el dolor.
Η ναρκωτική ένωση μειώνει τον πόνο.



























