Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
periodontal
01
περιοδοντικός
relativo a los tejidos que rodean y sostienen los dientes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
periodontal
αρσενικό πληθυντικό
periodontales
θηλυκό ενικό
periodontal
θηλυκό πληθυντικό
periodontales
Παραδείγματα
La enfermedad periodontal puede causar pérdida de dientes.
Η περιοδοντική νόσος μπορεί να προκαλέσει απώλεια δοντιών.



























