Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
antropológico
01
ανθρωπολογικός, ανθρωπολογική
relativo al estudio del ser humano, su cultura y su evolución
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
antropológico
αρσενικό πληθυντικό
antropológicos
θηλυκό ενικό
antropológica
θηλυκό πληθυντικό
antropológicas
Παραδείγματα
El estudio antropológico analiza las sociedades humanas.
Η ανθρωπολογική μελέτη αναλύει τις ανθρώπινες κοινωνίες.



























