antropológico
Pronunciation
/ˌantɾopolˈɔxiko/

Ορισμός και σημασία του "antropológico"στα ισπανικά

antropológico
01

ανθρωπολογικός, ανθρωπολογική

relativo al estudio del ser humano, su cultura y su evolución 
antropológico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
antropológico
αρσενικό πληθυντικό
antropológicos
θηλυκό ενικό
antropológica
θηλυκό πληθυντικό
antropológicas
Παραδείγματα
El estudio antropológico analiza las sociedades humanas. 

Η ανθρωπολογική μελέτη αναλύει τις ανθρώπινες κοινωνίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store