el narcisismo
Pronunciation
/nˌaɾθisˈismo/

Ορισμός και σημασία του "narcisismo"στα ισπανικά

01

ναρκισσισμός, αυτοθαυμασμός

excesiva admiración de uno mismo y preocupación por la propia imagen o importancia 
el narcisismo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El narcisismo puede afectar las relaciones personales. 

Ο ναρκισσισμός μπορεί να επηρεάσει τις προσωπικές σχέσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store