Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
totalitario
01
ολοκληρωτικός
relativo a un sistema político en el que el estado ejerce control absoluto sobre la sociedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
totalitario
αρσενικό πληθυντικό
totalitarios
θηλυκό ενικό
totalitaria
θηλυκό πληθυντικό
totalitarias
Παραδείγματα
La novela describe una sociedad totalitaria.
Το μυθιστόρημα περιγράφει μια ολοκληρωτική κοινωνία.



























