Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
el impacto medioambiental
/impˈakto mˌeðjoˌambjɛntˈal/
El impacto medioambiental
01
περιβαλλοντική επίπτωση, περιβαλλοντικός αντίκτυπος
efecto que una actividad o fenómeno produce sobre el medio ambiente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
impactos medioambientales
Παραδείγματα
La empresa evalúa el impacto medioambiental de sus proyectos.
Η εταιρεία αξιολογεί τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων της.



























