árido
Pronunciation
/ˈaɾiðo/

Ορισμός και σημασία του "árido"στα ισπανικά

01

άγονη

que es seco, con poca o ninguna humedad o vegetación 
árido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más árido
συγκριτικός βαθμός
más árido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
árido
αρσενικό πληθυντικό
áridos
θηλυκό ενικό
árida
θηλυκό πληθυντικό
áridas
θεματικό πεδίο
clima, geografía
Παραδείγματα
El desierto es un lugar árido. 

Η έρημος είναι ένα ξηρό μέρος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store