Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El puesto de socorro
01
σταθμός διάσωσης, σταθμός πρώτων βοηθειών
lugar en playas u otros espacios donde se presta asistencia médica o de rescate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
puestos de socorro
Παραδείγματα
El socorrista regresó al puesto de socorro.
Ο ναυαγοσώστης επέστρεψε στο σταθμό διάσωσης.



























