Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
el espacio publicitario
/espˈaθjo pˌuβliθitˈaɾjo/
El espacio publicitario
01
διαφημιστικός χώρος
espacio destinado a la difusión de anuncios en medios de comunicación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
espacios publicitarios
Παραδείγματα
La empresa compró espacio publicitario en la televisión.
Η εταιρεία αγόρασε διαφημιστικό χώρο στην τηλεόραση.



























