Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
la compañía telefónica
/kˌɔmpaɲˈia tˌelefˈɔnika/
La compañía telefónica
01
τηλεφωνική εταιρεία, πάροχος τηλεφωνίας
empresa que proporciona servicios de telefonía
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
compañías telefónicas
Παραδείγματα
La compañía telefónica ofrece varios planes.
Η τηλεφωνική εταιρεία προσφέρει διάφορα προγράμματα.



























