Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El alzhéimer
01
νόσος Αλτσχάιμερ
enfermedad neurodegenerativa progresiva que afecta la memoria y otras funciones cognitivas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El alzhéimer afecta principalmente a personas mayores.
Η νόσος Αλτσχάιμερ επηρεάζει κυρίως ηλικιωμένους.



























