Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
psíquico
01
ψυχολογικός
relativo a la mente o a los procesos mentales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
psíquico
αρσενικό πληθυντικό
psíquicos
θηλυκό ενικό
psíquica
θηλυκό πληθυντικό
psíquicas
Παραδείγματα
El estrés puede causar problemas psíquicos.
Το άγχος μπορεί να προκαλέσει ψυχικά προβλήματα.



























