psíquico
Pronunciation
/pˈesˈikiko/

Ορισμός και σημασία του "psíquico"στα ισπανικά

01

ψυχολογικός

relativo a la mente o a los procesos mentales
psíquico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
psíquico
αρσενικό πληθυντικό
psíquicos
θηλυκό ενικό
psíquica
θηλυκό πληθυντικό
psíquicas
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store