Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
polifacético
01
πολύπλευρος, πολυτάλαντος
que tiene varias habilidades, intereses o aspectos distintos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más polifacético
συγκριτικός βαθμός
más polifacético
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
polifacético
αρσενικό πληθυντικό
polifacéticos
θηλυκό ενικό
polifacética
θηλυκό πληθυντικό
polifacéticas
Παραδείγματα
Es una profesional polifacética y muy creativa.
Είναι μια πολύπλευρη και πολύ δημιουργική επαγγελματίας.



























