polifatico
po
po
πο
li
li
λι
fa
fa
φα
θe
θε
ti
ti
τι
co
ko
κο
antipiréticoenergéticoapopléticodietético

Ορισμός και σημασία του "polifacético"στα ισπανικά

polifacético
01

πολύπλευρος, πολυτάλαντος

que tiene varias habilidades, intereses o aspectos distintos 
polifacético definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más polifacético
συγκριτικός βαθμός
más polifacético
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
polifacético
αρσενικό πληθυντικό
polifacéticos
θηλυκό ενικό
polifacética
θηλυκό πληθυντικό
polifacéticas
θεματικό πεδίο
habilidad, personalidad
Παραδείγματα
Es un artista polifacético con muchos talentos. 

Είναι ένας πολύπλευρος καλλιτέχνης με πολλά ταλέντα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store