el homeópata
Pronunciation
/ˌomeˈɔpata/

Ορισμός και σημασία του "homeópata"στα ισπανικά

01

ομοιοπαθητικός

profesional que practica la homeopatía para tratar enfermedades mediante remedios diluidos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
homeópatas
Παραδείγματα
La homeópata explicó el tratamiento en detalle.
Ο ομοιοπαθητικός εξήγησε λεπτομερώς τη θεραπεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store