la píldora
píl
ˈpil
pil
do
ðɔ
dhaw
ra
ɾa
ra

Ορισμός και σημασία του "píldora"στα ισπανικά

01

χάπι

forma pequeña y sólida de medicamento que se traga entera 
la píldora definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
píldoras
Παραδείγματα
Tomó una píldora para el dolor. 

Πήρε ένα χάπι για τον πόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store