Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El expectorante
01
αποχρεμπτικό
medicamento que ayuda a expulsar las secreciones de las vías respiratorias
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
expectorantes
Παραδείγματα
Los expectorantes se usan en infecciones respiratorias.
Τα αποχρεμπτικά χρησιμοποιούνται σε λοιμώξεις του αναπνευστικού.



























