el demógrafo
demóg
ˈdemɔɣ
demawgh
ra
ɾa
ra
fo
fo
fo
fotógrafocoreógrafocamarógrafocinematógrafo

Ορισμός και σημασία του "demógrafo"στα ισπανικά

01

δημογράφος, δημογράφος

persona que estudia las poblaciones humanas y sus características estadísticas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
demógrafos
Παραδείγματα
El demógrafo analizó el crecimiento de la población. 

Ο δημογράφος ανέλυσε την αύξηση του πληθυσμού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store