Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El demógrafo
01
δημογράφος, δημογράφος
persona que estudia las poblaciones humanas y sus características estadísticas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
demógrafos
Παραδείγματα
El demógrafo analizó el crecimiento de la población.
Ο δημογράφος ανέλυσε την αύξηση του πληθυσμού.



























