Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
geométrico
01
γεωμετρικός
relacionado con la geometría o las formas y figuras matemáticas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
geométrico
αρσενικό πληθυντικό
geométricos
θηλυκό ενικό
geométrica
θηλυκό πληθυντικό
geométricas
Παραδείγματα
El diseño geométrico del edificio es moderno.
Ο γεωμετρικός σχεδιασμός του κτιρίου είναι μοντέρνος.



























