Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
geométrico
01
γεωμετρικός
relacionado con la geometría o las formas y figuras matemáticas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
geométrico
αρσενικό πληθυντικό
geométricos
θηλυκό ενικό
geométrica
θηλυκό πληθυντικό
geométricas
Παραδείγματα
Estudiaron formas geométricas básicas.
Μελέτησαν βασικά γεωμετρικά σχήματα.



























