la utilidad
u
ˌu
oo
ti
ti
ti
li
li
li
dad
ˈðad
dhad
gravedadvoluntadansiedaddensidad

Ορισμός και σημασία του "utilidad"στα ισπανικά

01

χρησιμότητα

cualidad de ser útil o de aportar beneficio en una situación 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La utilidad del producto es evidente. 

Η χρησιμότητα του προϊόντος είναι εμφανής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store