Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La utilidad
01
χρησιμότητα
cualidad de ser útil o de aportar beneficio en una situación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La utilidad del producto es evidente.
Η χρησιμότητα του προϊόντος είναι εμφανής.



























