el trabajo social
Pronunciation
/tɾaβˈaxo soθjˈal/

Ορισμός και σημασία του "trabajo social"στα ισπανικά

El trabajo social
01

κοινωνική εργασία, κοινωνική πρόνοια

actividad profesional orientada a ayudar a personas o comunidades en situación de necesidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La carrera de trabajo social tiene alta demanda.
Το επάγγελμα της κοινωνικής εργασίας έχει υψηλή ζήτηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store