Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El medio de difusión
01
μέσο διάδοσης, κανάλι επικοινωνίας
canal o plataforma para comunicar información al público
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
medios de difusión
Παραδείγματα
La televisión es un medio de difusión popular.
Η τηλεόραση είναι ένα δημοφιλές μέσο διάδοσης.



























