Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La probatoria
01
δοκιμαστική περίοδος, υπό όρους καταδίκη
periodo durante el cual una persona cumple condiciones legales bajo supervisión en lugar de prisión
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
probatorias
Παραδείγματα
Violó las condiciones de su probatoria y regresó a prisión.



























