Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El kitesurf
01
κίτεςερφ, κίτεμπορντ
deporte acuático en el que se desliza sobre el agua usando una tabla y una cometa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Practican kitesurf en la playa durante todo el verano.
Εξασκούνται στο kitesurf στην παραλία όλο το καλοκαίρι.



























