el niñero
ni
ni
ni
ñe
ˈɲe
nie
ro
ɾo
ro
toreroobrerosalerodinero

Ορισμός και σημασία του "niñero"στα ισπανικά

01

μπέιμπι σίτερ, παιδοκόμος

persona que cuida a niños temporalmente 
el niñero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
niñeros
αρσενικό ενικό
niñero
θηλυκό ενικό
niñera
neutral form
cuidador de niños
Παραδείγματα
El niñero cuidó a los niños durante la tarde. 

Η μπέιμπι σίτερ φρόντισε τα παιδιά το απόγευμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store