Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seguir adelante
01
συνεχίζω, προχωρώ
continuar con una actividad o avanzar a pesar de las dificultades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sigo adelante
γ΄ ενικό πρόσωπο
sigue adelante
ενεστώτα μετοχή
siguiendo adelante
απλός αόριστος
siguió adelante
παθητική μετοχή
seguido adelante
Παραδείγματα
Sigue adelante y no mires atrás.
Συνέχισε και μην κοιτάς πίσω.



























