Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La puesta del sol
01
ηλιοβασίλεμα
momento en que el sol desaparece en el horizonte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Disfrutamos de la puesta del sol en la playa.
Απολαύσαμε το ηλιοβασίλεμα στην παραλία.



























