la biznieta
biz
biθ
bith
nie
ˈnie
nie
ta
ta
ta
bisnieta

Ορισμός και σημασία του "biznieta"στα ισπανικά

01

δισέγγονη

hija del nieto o nieta de alguien 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
biznietas
αρσενικό ενικό
biznieto
θηλυκό ενικό
biznieta
Παραδείγματα
La biznieta ganó el concurso de pintura. 

Η δισέγγονη κέρδισε το διαγωνισμό ζωγραφικής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store