Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preferible
01
προτιμότερος, καλύτερος
que es más conveniente, deseable o digno de ser elegido que otra cosa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más preferible
συγκριτικός βαθμός
más preferible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
preferible
αρσενικό πληθυντικό
preferibles
θηλυκό ενικό
preferible
θηλυκό πληθυντικό
preferibles
Παραδείγματα
Es preferible que lleguemos temprano para evitar el tráfico.
Προτιμότερο είναι να φτάσουμε νωρίς για να αποφύγουμε την κυκλοφορία.



























