Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pase
01
πάσο, άδεια εισόδου
documento o autorización que permite el acceso a un lugar o servicio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pases
Παραδείγματα
Necesito un pase para entrar.
Χρειάζομαι μια κάρτα εισόδου για να μπω.
pase
01
παρακαλώ
expresión usada para permitir que alguien haga algo o entre en un lugar
Παραδείγματα
—¿Puedo hablar? —Pase, por favor.
—Μπορώ να μιλήσω; —Περάστε, παρακαλώ.



























