Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
¡uy!
01
άου, ουφ
interjección usada para expresar sorpresa, dolor o disgusto
Παραδείγματα
¡Uy! Me corté el dedo.
Ωχ! Κόπηκα στο δάχτυλο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
άου, ουφ
Ωχ! Κόπηκα στο δάχτυλο.