el mujeriego
mu
mu
moo
jer
ˈxeɾ
kher
ie
je
ye
go
ɣo
gho
fuegojuegoapegoluego

Ορισμός και σημασία του "mujeriego"στα ισπανικά

01

γυναικάς, φλερτάρης

hombre que busca conquistar o tener relaciones con muchas mujeres 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mujeriegos
αρσενικό ενικό
mujeriego
θηλυκό ενικό
mujeriego
Παραδείγματα
Juan es un mujeriego conocido en todo el vecindario. 

Ο Χουάν είναι ένας γνωστός γυναικάς σε όλη τη γειτονιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store