Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El mujeriego
01
γυναικάς, φλερτάρης
hombre que busca conquistar o tener relaciones con muchas mujeres
Παραδείγματα
Se le criticaba por ser un mujeriego empedernido.
Κρινόταν επειδή ήταν ένας γυναικάς μανιακός.



























