Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sin que
01
χωρίς να
conjunción que expresa que una acción ocurre sin que se realice otra
Παραδείγματα
Respondió sin que le dieran tiempo.
Απάντησε χωρίς να του δώσουν χρόνο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
χωρίς να