Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sin que
01
χωρίς να
conjunción que expresa que una acción ocurre sin que se realice otra
Παραδείγματα
Salió sin que nadie lo notara.
Βγήκε χωρίς να το παρατηρήσει κανείς.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
χωρίς να
Βγήκε χωρίς να το παρατηρήσει κανείς.