Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El altillo
01
σοφίτα, υπόστεγο
una habitación o espacio ubicado directamente bajo el techo de una casa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
altillos
Παραδείγματα
El altillo está lleno de recuerdos familiares.
Το πατάρι είναι γεμάτο οικογενειακές αναμνήσεις.



























