el altillo
al
al
al
ti
ˈti
ti
llo
ʎo
lio
rodillovisillotomillopasillo

Ορισμός και σημασία του "altillo"στα ισπανικά

01

σοφίτα, υπόστεγο

una habitación o espacio ubicado directamente bajo el techo de una casa 
el altillo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
altillos
Παραδείγματα
Guardamos las cajas viejas en el altillo. 

Αποθηκεύουμε τα παλιά κουτιά στην σοφίτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store