Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
de vez en cuando
01
πότε πότε
ocasionalmente o de manera no frecuente
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
De vez en cuando salimos a cenar fuera.
Περιστασιακά, βγαίνουμε για δείπνο έξω.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πότε πότε
Περιστασιακά, βγαίνουμε για δείπνο έξω.