Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ir en
01
πάω με, ταξιδεύω με
moverse de un lugar a otro usando un medio de transporte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
voy en
γ΄ ενικό πρόσωπο
va en
ενεστώτα μετοχή
yendo en
απλός αόριστος
fue en
παθητική μετοχή
ido en
Παραδείγματα
Los estudiantes van al museo en metro.
Οι μαθητές πηγαίνουν στο μουσείο με το μετρό.



























