ir en
ir
ir
en
en
en

Ορισμός και σημασία του "ir en"στα ισπανικά

01

πάω με, ταξιδεύω με

moverse de un lugar a otro usando un medio de transporte 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
voy en
γ΄ ενικό πρόσωπο
va en
ενεστώτα μετοχή
yendo en
απλός αόριστος
fue en
παθητική μετοχή
ido en
Παραδείγματα
Voy al trabajo en autobús todos los días. 

Πηγαίνω στη δουλειά με λεωφορείο κάθε μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store