Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ir de excursión
01
πηγαίνω για πεζοπορία
salir a caminar o explorar al aire libre por diversión o ejercicio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
voy de excursión
γ΄ ενικό πρόσωπο
va de excursión
ενεστώτα μετοχή
yendo de excursión
απλός αόριστος
fue de excursión
παθητική μετοχή
ido de excursión
Παραδείγματα
Los turistas fueron de excursión por el bosque.
Οι τουρίστες πήγαν σε εκδρομή μέσα στο δάσος.



























