canadiense
Pronunciation
/kˌanaðjˈɛnse/

Ορισμός και σημασία του "canadiense"στα ισπανικά

canadiense
01

καναδικός, σχετικός με τον Καναδά

relativo a Canadá o a sus habitantes
canadiense definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
canadiense
αρσενικό πληθυντικό
canadienses
θηλυκό ενικό
canadiense
θηλυκό πληθυντικό
canadienses
Παραδείγματα
La cultura canadiense es diversa y rica.
Ο καναδικός πολιτισμός είναι ποικίλος και πλούσιος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store