Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
menor de edad
01
ανήλικος
que no ha alcanzado la edad legal para ciertos derechos o responsabilidades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
menor de edad
αρσενικό πληθυντικό
menores de edad
θηλυκό ενικό
menor de edad
θηλυκό πληθυντικό
menores de edad
Παραδείγματα
Los estudiantes menores de edad deben presentar autorización escrita.
Οι ανήλικοι μαθητές πρέπει να υποβάλλουν γραπτή άδεια.



























