Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obstétrico
01
μαιευτικός, τοκετολογικός
relativo a la obstetricia o al cuidado del embarazo y parto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
obstétrico
αρσενικό πληθυντικό
obstétricos
θηλυκό ενικό
obstétrica
θηλυκό πληθυντικό
obstétricas
Παραδείγματα
Las guías obstétricas ayudan a reducir riesgos en el parto.
Οι μαιευτικές οδηγίες βοηθούν στη μείωση των κινδύνων κατά τον τοκετό.



























