Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obstétrico
01
μαιευτικός, τοκετολογικός
relativo a la obstetricia o al cuidado del embarazo y parto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
obstétrico
αρσενικό πληθυντικό
obstétricos
θηλυκό ενικό
obstétrica
θηλυκό πληθυντικό
obstétricas
Παραδείγματα
El hospital tiene un departamento obstétrico moderno.
Το νοσοκομείο έχει ένα σύγχρονο μαιευτικό τμήμα.



























