Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El fórceps
01
λαβίδα
instrumento médico usado para ayudar a extraer al bebé durante el parto
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fórceps
Παραδείγματα
El uso correcto de los fórceps es fundamental.
Η σωστή χρήση των fórceps είναι θεμελιώδης.



























