Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rendido
01
εξαντλημένος, κουρασμένος
extremadamente cansado, sin fuerzas para continuar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más rendido
συγκριτικός βαθμός
más rendido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rendido
αρσενικό πληθυντικό
rendidos
θηλυκό ενικό
rendida
θηλυκό πληθυντικό
rendidas
Παραδείγματα
Llegó a casa completamente rendido después del trabajo.
Έφτασε στο σπίτι εντελώς εξαντλημένος μετά τη δουλειά.



























