pasmado
pas
pas
pas
ma
ˈma
ma
do
ðo
dho
pasado

Ορισμός και σημασία του "pasmado"στα ισπανικά

01

κατάπληκτος, έκθαμβος

lleno de asombro o sorpresa intensa 
pasmado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más pasmado
συγκριτικός βαθμός
más pasmado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pasmado
αρσενικό πληθυντικό
pasmados
θηλυκό ενικό
pasmada
θηλυκό πληθυντικό
pasmadas
θεματικό πεδίο
emoción, reacción, estado
Παραδείγματα
Quedó pasmado al ver el accidente. 

Έμεινε pasmado βλέποντας το ατύχημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store