Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pasmar
01
εκπλήσσω, καταπλήσσω
sorprender o impresionar intensamente a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pasmo
γ΄ ενικό πρόσωπο
pasma
ενεστώτα μετοχή
pasmando
απλός αόριστος
pasmó
παθητική μετοχή
pasmado
Παραδείγματα
Su talento pasma al público cada vez que actúa.
Το ταλέντο του καταπλήσσει το κοινό κάθε φορά που ερμηνεύει.



























