Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tenerle pavor a
01
νιώθω τρόμο για
sentir un miedo intenso y persistente hacia algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
le tengo pavor a
γ΄ ενικό πρόσωπο
le tiene pavor a
ενεστώτα μετοχή
le teniendo pavor a
απλός αόριστος
le tuvo pavor a
παθητική μετοχή
le tenido pavor a
Παραδείγματα
Le tenía pavor a hablar en público.
Ένιωτε τρόμο να μιλάει δημόσια.



























