Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
petrificar
01
απολιθώνω
hacer que alguien se quede inmóvil por miedo, sorpresa o asombro intenso
Παραδείγματα
La mirada del monstruo lo petrificó de terror.
Το βλέμμα του τέρατος τον πέτρωσε από τρόμο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
απολιθώνω