petrificar
Pronunciation
/pˌetɾifikˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "petrificar"στα ισπανικά

petrificar
01

απολιθώνω

hacer que alguien se quede inmóvil por miedo, sorpresa o asombro intenso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
petrifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
petrifica
ενεστώτα μετοχή
petrificando
απλός αόριστος
petrificó
παθητική μετοχή
petrificado
Παραδείγματα
La mirada del monstruo lo petrificó de terror.
Το βλέμμα του τέρατος τον πέτρωσε από τρόμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store