petrificar
pet
ˌpet
pet
ri
ɾi
ri
fi
fi
fi
car
ˈkaɾ
kar
extraditarreutilizarsentenciarsolucionar

Ορισμός και σημασία του "petrificar"στα ισπανικά

petrificar
01

απολιθώνω

hacer que alguien se quede inmóvil por miedo, sorpresa o asombro intenso 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
petrifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
petrifica
ενεστώτα μετοχή
petrificando
απλός αόριστος
petrificó
παθητική μετοχή
petrificado
Παραδείγματα
La noticia del accidente me petrificó. 

Η είδηση του ατυχήματος με πέτρωσε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store