Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
petrificar
01
απολιθώνω
hacer que alguien se quede inmóvil por miedo, sorpresa o asombro intenso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
petrifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
petrifica
ενεστώτα μετοχή
petrificando
απλός αόριστος
petrificó
παθητική μετοχή
petrificado
Παραδείγματα
La mirada del monstruo lo petrificó de terror.
Το βλέμμα του τέρατος τον πέτρωσε από τρόμο.



























